[e-mail διάλογος ανάμεσα στους Μ.Χ. και ΜΣΑΖ] —Ο ρυθμός είναι ένα πλέγμα, πάνω στο οποίο μπορούν να «καθίσουν» τα πράγματα και να γίνουν αντιληπτά. — Πιο πολύ θα έλεγα πως ο ρυθμός μετατρέπει σε πιο φιλικές, για το μάτι ή το αυτί, καταστάσεις που απαιτούν νοητική προσπάθεια. Και έτσι … φτάνουμε στην αλυσίδα ρυθμός - διακοσμητικό μοτίβο - γεωμετρία - μαθηματικά - φιλοσοφία. — Είναι κάτι όπως το νιώθω / αισθάνομαι τον κόσμο χωρίς να τον καταλαβαίνω, πιάνω το ρυθμό του, χορεύω μαζί του. Ή αισθάνομαι τον κόσμο σαν αναπνοή, σφυγμό, χτύπο καρδιάς. — Όχι. Το έργο είναι μέρος του κόσμου. Δεν μπορώ να σταθώ απέναντι και να το αισθανθώ, εκτός αν εννοείς ότι το μόνο που μπορώ να ακούσω είναι ο ρυθμός της καρδιάς ή η ανάσα. — Ξεκινώντας με την ιδέα ότι ο ρυθμός είναι το φιλικότερο πράγμα –η ανάμνηση του χτύπου της καρδιάς που έχει κανείς πριν γεννηθεί–, στο έργο είναι το πρώτο εργαλείο για να μπεις μέσα στην ιδέα του και να την κατασκευάσεις, αν είσαι ο καλλιτέχνης. Έτσι κι αλλιώς την περίοδο κατασκευής του έργου ο ζωγράφος έχει τον ρυθμό, είναι ο ρυθμός του έργου, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η καρδιά της μάνας και του εμβρύου. — Το διακοσμητικό μοτίβο είναι ένας ρυθμός που πλαισιώνει ή/και διαχωρίζει δύο περιοχές –το βλέπουμε και στις αγιογραφίες των ναών σε αυτό το ρόλο. — Μεταφέρει όμως και ένα μήνυμα-πληροφορία για τη φιλοσοφία του διακοσμητή. Για τον τρόπο και τη μέθοδο με την οποία αντιμετωπίζει το οποιοδήποτε δύσκολο ή εύκολο θέμα. — Από την άλλη ο «διακοσμητής» –εγώ– δεν είναι πραγματικά διακοσμητής, αλλά χρησιμοποιεί τον κώδικα της διακόσμησης, άρα το μήνυμα είναι μάλλον πιο περίπλοκο. Η συμμετρία και η επανάληψη δεν συμβαίνει πάντα και αυτό είναι μια νύξη αφήγησης. — Ειναι αφήγηση, όπως οι εικόνες-παραμύθια των Αυστραλών. Ή όπως τα δικά μας υφαντά. — Για εμένα είναι κάτι πολύ λιγότερο, γιατί κανένα μέρος ή σχήμα-σύμβολο στο έργο δεν αντιστοιχεί σε κάτι πραγματικό, υπάρχει μόνο η σχέση, η πάνω γωνία με την κάτω γωνία, η γραμμή με την άλλη γραμμή, είναι μόνο σχέσεις που παράγουν σχέσεις. — Ναι αλλά υπάρχει ο λόγος-αιτία του έργου, ο λόγος-ρυθμός, η λογική, η αναλογία του έργου, και ο λόγος-έκφραση, επικοινωνία του καλλιτέχνη, και για όλα αυτά έχεις εσύ την παντοδύναμη επιλογή. Έρχεται λοιπόν μετά απο όλα αυτά και το θέμα, ο μύθος, που λέει: μια φορά κι ένα καιρό ήταν το «μετά». — Το «μετά» μου αρέσει, όχι το μεταμοντέρνο. Χμ...., δεν ξέρω, αλλά η «μετα-γλώσσα», που λέει ότι για να καταλάβεις μια ιστορία πρέπει να τη βάλεις σε ένα πλαίσιο και για να καταλάβεις την ιστορία μέσα στο πλαίσιό της πρέπει να βάλεις σε ένα άλλο πλαίσιο που να περιλαμβάνει και το προηγούμενο, με αποτέλεσμα, στο τέλος, να μη μπορεις να δεις τα πράγματα «σφαιρικά», αλλά να μπορείς τελικά να ζωγραφίσεις μια ενδιαφέρουσα ιστορία και να δεχτείς τα όρια που λέμε παρακάτω. —Εδώ –σε μας– είναι τα όρια της μεταφυσικής και με το πλαισίωμα - οριοθέτηση μπορούμε να δούμε την άλλη μεριά. Είναι ο τρόπος για να περιγράψει κανείς την όποια, από εδώ (την αρχή), και άρα την άλλη, από εκεί (τη συνέχεια), μεριά. Όμως θέλω να επισημάνω πως στους όρους «διακοσμώ» και «διακόσμηση» συνήθως κατατάσουμε οπτική πληροφορία (εικόνα) που για κάποιο λόγο θεωρούμε υποδεέστερη. Πράγμα που δεν ισχύει βεβαίως. Να φέρω σαν παράδειγμα την τέχνη του Ισλάμ ή των Aboriginals. — Σε τέτοιες περιπτώσεις, με την ανεικονική έκφραση θέλει κανείς να δώσει μια πιο γενική εικόνα των πραγμάτων από την περιπτωσιακή της αφήγησης. Παρομοίως και με τις φανταστικές εικόνες, εφόσον δεν αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα και εκφράζουν κάτι μεγαλύτερο. — Και βέβαια μέσα από την όποια σύνθεση έχουν αρμονία και ρυθμό. — Η εικόνα και η εικόνα της εικόνας (τύπωμα), αν ειδωθούν μαζί, μπορεί να θεωρηθούν ως το «από εδώ» και το «από εκεί», όπως στο πλατωνικό παράδειγμα για τη σκιά. Ωστόσο, οι εικόνες, ως εικόνες, είναι ισοδύναμες: είναι και οι δύο σκιές ή και οι δύο είναι σώματα. — Και πρώτα από όλα, είναι περιγραφή φιλοσοφικού «τρόπου» προσέγγισης, όπως αναφέρω πιο πάνω. — Και βέβαια εννοώ τρόπο αντίληψης της ζωής και των πραγμάτων. — Ο τρόπος που λες την ιστορία είναι η ιστορία, όπως το παλιό: «το μέσο είναι το μήνυμα»; — :) — Ή η διήγηση του μονοπατιού είναι το μονοπάτι (στους Αυστραλούς), — Ενδιαφέρον. Βάζεις ζωγραφιές –καλοσχηματισμένες– πάνω σε τυχαία υφάσματα και βάζω ρυθμικά σχέδια πάνω σε χαοτικά πλέγματα χαρτιού. Στο χάος και στο ασχημάτιστο πρόθεση και έκφραση. Νομίζω πως είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη σκέψη –αλλά καθόλου στο στυλ της Πολυάννας– πάνω σε μια άγρια (sauvage) βάση. — Αρχέγονη κίνηση και άρα αισιόδοξη και άγρια. Αλλά νομίζω ότι κάθε φορά η πρώτη κίνηση του δημιουργού είναι έτσι. Το ενδιαφέρον είναι εδώ, πως και στα δικά σου και τα δικά μου έργα η πρώτη κίνηση ειναι η δημιουργία χάους. Είναι σαν να κάνουμε ένα βήμα πιο πίσω απο το άσπρο του μουσαμά η τη λείανση του παπύρου. Αυτή τη δυνατότητα μάς έδωσε η μοντέρνα τέχνη και ο 20ός αιώνας. — Είναι η αποδοχή του χάους που κάνει τη διαφορά. Αν με την πρώτη ματιά μπορεί κανείς να δει Πόλοκ στα «χαρτιά» μου, το γεγονός ότι λείπει η νεύρωση και γίνονται μόνο με σύστημα και υπομονή τα κάνει εντελώς διαφορετικά. Ο Πόλοκ εκφράζεται με την τιθάσευση του χάους της ψυχής και του έργου του, ενώ εγώ απλώς «πατάω» επάνω του. —Δεν ξέρω αν είναι νεύρωση αυτό που διαβάζω στα έργα. Εννοώ: πώς μπορώ άραγε να διαβάσω νεύρωση ή μη σε ένα έργο Αφρικανού ή Κινέζου καλλιτέχνη; Τελικά, η νεύρωση, η υπομονή, ή η σιωπή του έργου με νοιάζει και όχι βέβαια η «βιαιότητα» στην κίνηση κατασκευής από τον καλλιτέχνη. Έτσι και «Το νησί των νεκρών» μου άρεσε, γιατί γνωρίζω την πρόθεση του Μπέκλιν «να φτιάξει ένα πίνακα, που όταν βλέπει κάποιος και κλείσει απότομα η πόρτα του δωματίου στο οποίο βρίσκεται, να μην το καταλάβει». Και νομίζω πως αυτή τη σιωπή έδωσε ως βάση φιλοσοφίας για το «παραπέρα», αυτό ήταν που γοήτευσε όλους τους ζωγράφους που έβλεπαν το έργο, και αυτό είναι μάλλον παραπέρα από προσπάθεια νατουραλιστικής αποτύπωσης της σιωπής, είναι εφαρμοσμένη μεταφυσική, είναι ξόρκι. — Το ξόρκι, όπως και ο ρυθμός είναι ανεξάρτητα σε μεγάλο βαθμό από το υποκείμενο που τα εκτελεί (πρβλ. «Ο μαθητευόμενος μάγος»). Αυτό που τα ξανακάνει μοναδικά είναι ο έλεγχος από τον ταλαντούχο (μάγο) ή ίσως η νεύρωση. —Το ξόρκι όμως είναι ενεργητικός τρόπος αντίδρασης, ενώ η νεύρωση είναι γεγονός και άρα τρόπος αντίληψης απο άλλη αφετηρία. — Το «άλλο/πέρα» είναι «μακριά» στη ζωγραφική σου, για το «άλλο» έχουμε ένα δίχτυ στη δική μου για να το κρατήσω μακριά. — Και βέβαια είναι εικόνες-φαντάσματα του εαυτού τους, τυπώματα, που ο ρυθμός τους είναι η σύνθεση της εικόνας τους. Οι γραμμές, τα χρώματα και ο τρόπος που αυτά εικονοποιούν είναι κομμάτι από το ξόρκι τους. — Και ο αντίλαλος επίσης υποδηλώνει μεγάλους χώρους και απόσταση. —Ο χώρος που πρώτα-πρώτα σκέφτηκα είναι ο ψηφιακός και οι —Λίγο ακόμα. Ίσως αν σκεφτούμε τη μουσική που παράγεται στο στούντιο, θα γίνει δίσκος, αλλά ποτέ δεν έχει παιχθεί, χωρίς όλοι οι μουσικοί να βρεθούν εκεί ταυτόχρονα, για παράδειγμα σε μια συναυλία. Η σύνθεση θα «ερμηνευτεί» σταδιακά, αθροιστικά, μια ηχογράφηση μιας συναυλίας που δεν έγινε ποτέ, ή στα δικά μας ένας «κλώνος» χωρίς πρωτότυπο. — Όσο για το χάος που αναφέρθηκε, νομίζω πως όλα αυτά, οι νέες διαστάσεις, ο αντίλαλος, το φάντασμα, ο κλώνος είναι τα οχήματα για την εξερεύνησή του. Απο το τέλος του 20ού αιώνα, το πλησιάζουμε, το φλερτάρουμε, το μελετούμε με άλλο μάτι απο ό,τι παλιότερα. — Ψηφιακός κόσμος, περισσότερες διαστάσεις, χάος, απεικόνιση. — Αυτό που περιγράφουμε σαν χάος, είναι κάτι που ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος τόλμησε να το δει μόλις στο τέλος του 20ού αιώνα. Μέχρι τότε το άγχος του ήταν να το κατανοήσει. Παρόλα αυτά η Καρτεσιανή λογική δεν βοήθησε πάντα στην κατανόησή του. Έτσι, την ίδια εποχή περίπου που ανακάλυψε το μπάντζι τζάμπινγκ, άρχισε να βλέπει αλλιώς και το χάος. — Νομίζω ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει ή αλλάζουν, η ουσία του έργου, οι ιδιότητες του δημιουργού, οι δυνατότητες ανάγνωσης, ο κύκλος των θεατών. Οι απαιτήσεις πια είναι –για να ξαναχρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από το χώρο της μουσικής– διαστάσεων όπερας. (Και εδώ γίνεται ουσιώδης η ανάγκη της συνεργασίας μας για τη διαχείριση του χώρου με τον συνδυασμό των ικανοτήτων / δυνατοτήτων...) — Εμείς μιλάμε για μεταφυσική κάνοντας και λίγο πλάκα, ζωγραφίζουμε «κάπως», «γιατί έτσι», ενώ σε άλλες εποχές και κοινωνίες το ξόρκι γινόταν από άλλου είδους αγωνία, όμως έφτανε στο ίδιο σημείο την τέχνη. — «Όμως έφτανε στο ίδιο σημείο την τέχνη». Θες να πεις ότι τελικά γινόταν τέχνη; Εμείς αφαιρούμε την αγωνία και κάνουμε τέχνη; — Σίγουρα κάνουμε πλάκα και θα το εξηγούσα θαυμάσια, αν είχαμε το «δεύτερο» βιβλίο της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη. — Τ ο μπάντζι τζαμπινγκ γίνεται στον Αμαζόνιο από ιθαγενείς που δένουν τα πόδια τους με κληματσίδες στα πλαίσια κάποιας τελετής, γίνεται και στον δυτικό κόσμο από πιτσιρικάδες των εξτρήμ σπορ με εντελώς διαφορετικό ψυχισμό, όμως το πήδημα είναι το ίδιο. — Το πήδημα είναι το ίδιο, αλλά η συναισθηματική επένδυση διαφορετική; |