Γιάννης Ψυχοπαίδης
Η καταστροφή των Ψαρών
1997
Μέσα στη νύχτα μια βάρκα πλέει από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των νεκρών. Στα σιωπηρά νερά η βάρκα σιμώνει στην ακτή ενός σκοτεινού, μικρού νησιού με μόνο επιβάτη μια όρθια λευκοντυμένη φιγούρα. Ένας εκρηκτικά φωτισμένος ουρανός αλλού περιγράφει κι αλλού υπονοεί τα κυπαρίσσια, τα βράχια, κάποια κτίσματα αρχαίων ναών, την ανεπαίσθητη ύπαρξη μιας ζωής πέρα από το θάνατο. Αυτό το μικρό κομμάτι γης, περιγραμμένο με ακρίβεια αλλά και με δραματική υποβολή, μοιάζει σαν ένα μακάβριο σκηνικό χαμένο μέσα στο πουθενά, σαν την τελευταία πράξη στο θέατρο της ζωής.
Η λευκοντυμένη φιγούρα οδηγείται στο απάγκιο μιας στεριάς, χαμένη σαν μια ελάχιστη αλλά εκθαμβωτική κηλίδα φωτός μέσα στους σκοτεινούς όγκους που την περιβάλλουν. Με τους άγρια φωτισμένους βράχους του το νησί περιζώνει τη συστάδα των ψηλών κυπαρισσιών δημιουργώντας μια σκοτεινή πένθιμη αγκαλιά, έτοιμη να υποδεχτεί τον ταξιδιώτη.
Η ανθρώπινη μορφή μέσα στη βάρκα -- το τελευταίο αυτό φως της ζωής — αφήνεται σχεδόν με τρυφερή εγκαρτέρηση να παραδοθεί στη νεκρική ακινησία του σκοτεινού νησιού, στη μεγάλη αυτή αρχέγονη μήτρα.
Ένα βαθύ αίσθημα πένθους χαρακτηρίζει αυτό το ζωγραφικό έργο Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό έργο του δέκατου ένατου αιώνα, το «Νησί των Νεκρών» του Γερμανού Άρνολντ Μπέκλιν. Έργο οριακό για τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό, ζωγραφίστηκε στα 1883 και με μια παγωμένη νηφαλιότητα συνόψισε τη σκοτεινή ψυχή της ευρωπαϊκής Δύσης, την ακραία μεταφυσική του γερμανικού πνεύματος στα πρόθυρα του καινούργιου, τεχνολογικού αιώνα. Πάνω στα μονοπάτια του ευρωπαϊκού ρομαντισμού ο Μπέκλιν χρησιμοποιεί σαν όχημα το μύθο και τις αναφορές στην αρχαία Ελλάδα, όχι για να παρασυρθεί στη μυθική ευδαιμονία μιας φανταστικής Αρκαδίας, αλλά για να μιλήσει για το αδιέξοδο πεπρωμένο του ανθρώπου, το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης, το ταξίδι στον Αχέροντα.
Ο Μπέκλιν έχει αποδεχτεί το θάνατο ως μορφή ζωής.
Τη βάρκα της «σωτηρίας των ψυχών» του Μπέκλιν, μια βάρκα-μεταφορέα της ζωής και του θανάτου, την ξαναβρίσκουμε δεκατρία χρόνια μετά σ' ένα εντελώς διαφορετικό καλλιτεχνικό έργο, στους αντίποδες της δυτικοευρωπαϊκής μεταφυσικής.
Αναφερόμαστε στο έργο του Νικόλαου Γύζη «Μετά την καταστροφή των Ψαρών», έργο ζωγραφισμένο το 1896, όπου κι εδώ — όπως αντίστοιχα και στον Μπέκλιν — το υγρό στοιχείο της θάλασσας, η βάρκα και το ταξίδι είναι τα βασικά στοιχεία του θέματός του.
Στο έργο αυτό ο Γύζης ζωγραφίζει το δικό του Αχέροντα. Πόσο διαφορετική όμως είναι εδώ η καλλιτεχνική, πνευματική μαρτυρία, η φιλοσοφική στάση του δημιουργού!
Ο Γύζης απεικονίζει την προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων να ξεφύγουν με μια βάρκα από την τραγική μοίρα τους — άνθρωποι που φαίνεται να έχουν μόλις εγκαταλείψει, καταδιωγμένοι, το ηρωικό νησί των Ψαρών στο έλεος της καταστροφικής μανίας των Τούρκων. Τα δραματικά γεγονότα και η πρόσφατη ελληνικής Ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έχουν αφήσει νωπά σημάδια στην καλλιτεχνική συνείδηση του δημιουργού.
Στη σύνθεση αυτή όλα υποδηλώνονται, σχεδόν τίποτα δεν εικονογραφείται· όλα βρίσκονται σε κίνηση.
Σε αντίθεση με τον Μπέκλιν, η βάρκα του Γύζη δε βρίσκει κανένα σίγουρο απάγκιο· ούτε φαίνεται να καθησυχάζουν τα νερά της ανθρώπινης ψυχικής τρικυμίας.
Η θάλασσα φουρτουνιασμένη και τα πανιά σκισμένα. Η βάρκα πάει να γείρει, κάποιοι προσπαθούν να αρπαχτούν την ύστατη στιγμή, κάποιοι βοηθάνε τους σωσμένους, άλλοι βρήκαν κιόλας καταφύγιο μέσα στο σκαρί και κουρνιάζουν. Αδρά διατυπωμένες οι ανθρωπινές φιγούρες μεταφέρουν το αίσθημα ενός κοινού πεπρωμένου Περιπλεγμένα τα σώματα, μια άμορφη αλλά ενεργοποιημένη μάζα ανθρώπινης σάρκας. Αυτή η θολή και ασαφής τραγική ύλη των ανθρώπινων μορφών βρίσκει την αυστηρή αντίστιξη της στο βαρύ σκαρί του μικρού σκάφους — έρμαια και τα δύο μιας απειλής που πλανιέται σ' όλη την τραγική σκηνή.
Τίποτα δεν προδικάζει ένα αίσιο τέλος. Όμως ένα φαίνεται να είναι σίγουρο: οι άνθρωποι αυτοί εγκαταλείπουν το θάνατο και , ταξιδεύουν προς τη ζωή.
Σε αντίθεση με τον Μπέκλιν, που αναζητά το μύθο, ο Γύζης καταφεύγει στην Ιστορία. Η υπαρξιακή αγωνία του ευρωπαϊκού ιδεαλισμού, αγωνία ευρύτερης ανθρωπολογικής υφής, μετατρέπεται στο Γύζη σε υπαρξιακή αγωνία του συγκεκριμένου ιστορικού χώρου και χρόνου.
Το ιστορικό γεγονός του δίνει την αφορμή να καταθέσει την ευρωπαϊκή του συνείδηση, με όλη όμως την ιδιαιτερότητα της ευαισθησίας του ευρωπαϊκού Νότου.
Απέναντι στη μνημειακή, πένθιμη αυστηρότητα του γερμανικού (νεύματος, απέναντι στη βαθιά μελαγχολία για την ύπαρξη, ο Γύζης έχει αντιπαραθέσει την εικόνα ενός πεισματικού εγχειρήματος. Στον εικαστικό του συμβολισμό του τέλους του κόσμου ο Γύζης φέρνει το μεταφυσικό ερώτημα του θανάτου στα ανθρώπινα μέτρα Γι' αυτόν η περιπέτεια του ανθρώπου είναι μια περιπέτεια της ανθρώπινης αλληλεγγύης, ένας αγώνας δύσκολος αλλά όχι αδιέξοδος.
Στο μικρό αυτό σκαρί της σωτηρίας οι ανθρώπινες κινήσεις αποκτούν μια περίπλοκη ρυθμολογία, Οι φυγάδες αυτοί έχουν να διαβούν ένα δρόμο προσωπικό αλλά και συλλογικό. Οι σχέσεις των προσώπων είναι σχέσεις πολλαπλών εξαρτήσεων — σ' ένανελάχιστο χώρο διαπλέκονται τα πιο διαφορετικά ανθρώπινα συναισθήματα. Η οδύνη, η εγκατάλειψη, ο πόνος, η προσπάθεια, η συνυπάρχουν σε μια αλληγορία υπέρβασης του θανάτου.
Ένα εκθαμβωτικό λευκό φως πέφτει πάνω στα πρόσωπα και στη βάρκα και τα περιγράφει — στην κυριολεξία τα πλάθει — σαν ζωογόνες κηλίδες φωτός, που χαρίζουν ζωή μέσα από πλαστική αλλά και νοηματική εκφραστικότητα.
Η βάρκα δεν κατευθύνεται προς το φως, όμως το φως στέλνει τη λάμψη του πάνω στο τραγικό συμβάν. Σε πρώτο πλάνο κάποιος προσπαθεί να διασωθεί, αλλά και να περισώσει μια άγια εικόνα. Η θρησκευτική πίστη ― όπως σ' όλο το έργο του Γύζη — αποκτά κι εδώ μια ιδιάζουσα σημασία. Πέρα από έντονο ιδεολογικό στίγμα, η θρησκευτική εικόνα ― κειμήλιο ελπίδας — λειτουργεί στον πίνακα και σαν αυτόνομη εικαστική αξία — ίσως το μοναδικό εκθαμβωτικό κόκκινο της όλης σύνθεσης.
Η φωτεινή έκρηξη του λευκού χρώματος από το βάθος του ορίζοντα και η κόκκινη κηλίδα της άγιας εικόνας μεταφέρουν με καθαρά εικαστικό τρόπο το βαθύ αίσθημα μιας πίστης πέρα από το θρησκευτικό τυπικό. Η πίστη που διαποτίζει αυτό το ζωγραφικό έργο είναι η πίστη του δημιουργού για το μικρό, απέραντο κόσμο του ανθρώπου" του μαχόμενου ανθρώπου, του πόνου και της οδύνης, της πίστης και της ελπίδας.
Η τέχνη του Γύζη κατόρθωσε σ' αυτό το έργο να ξεφύγει από κάθε συμβατική γραφικότητα και απέφυγε τις ευκολίες μιας «ηρωικής» θεματολογίας. Το στοιχείο του πατριωτισμού δε λειτουργεί σαν στείρος διδακτισμός. Η πλαστικά δικαιωμένη γλώσσα του έργου μπόρεσε να μεταφέρει την ιστορική σκηνή με όλο της το δραματικό φορτίο. Η σύνθεση του έργου, η ελεύθερη και ανήσυχη γραφή του, η χρωματική λιτότητα, οι βαθιά τραγικοί σκούροι τόνοι και τα αιφνιδιαστικά φώτα συμβάλλουν σε μια άμεση συναισθηματική συμμετοχή του θεατή. Το έργο αυτό δεν επί-τρέπει αποστασιοποίηση ή παρατήρηση από μακριά. Ο θεατής βρίσκεται μέσα στον ιστορικό χρόνο. Όλος ο πίνακας έχει καταληφθεί από την αρχέτυπη φόρμα αυτής της βάρκας - κιβωτού, μιας κιβωτού που βρίσκεται σε οριακή μάχη με τα εχθρικά στοιχεία της φύσης, με τον κατακτητή αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό
Η λύτρωση από τους κινδύνους του πολέμου αλλά και από τις απειλές της φύσης είναι μια υπόθεση εσωτερικής ισορροπίας. Η φυγή προς τη ζωή προϋποθέτει τελικά τη δραματική εξισορρόπηση τόσο διαφορετικών ανθρώπινων μονάδων, που υπεράνθρωπα παλεύουν να επιβιώσουν, κινδυνεύοντας να μετατρέψουν κάθε στιγμή τη βάρκα της ελπίδας σε κιβωτό θανάτου. Ο κίνδυνος να βυθιστούν είναι ορατός.
Στο Γύζη το ερώτημα της ζωής, πέρα από τη θρησκευτική του διάσταση, είναι ένα ερώτημα ανθρώπινης ανθεκτικότητας και αυτενέργειας. Ο άνθρωπος εδώ ορίζεται ως ενεργητικό κέντρο του κόσμου' σ' αυτόν έχει δοθεί η δυνατότητα της βιολογικής συνέχειας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γύζης τοποθετεί δραματουργικά το αίτημα για την υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων σ' αυτή τη σκηνή της ακραίας ανθρώπινης αδυναμίας.
Ζωή ή θάνατος είναι μια ανοιχτή δυνατότητα' φανερή έκβαση δεν υπάρχει. Ίσως όμως η απάντηση να βρίσκεται στην κεντρική ανθρώπινη φιγούρα, τη μόνη όρθια, που συνθετικά εναντιώνεται στην οριζόντια ανάπτυξη του πίνακα.
Ένας ισχυρός κάθετος άξονας στηρίζει στη μέση της βάρκας αυτή την ανθρώπινη μορφή που αντιπαλεύει — αυτή μόνη — την αντίξοη μοίρα. Μοιάζει σαν πνευματικός τιμονιέρης, ο οποίος, μέσα στο χάος των προσωπικών περιπτώσεων που τον περιβάλλουν, παλεύει να ισορροπήσει, να οδηγήσει και να κατευθύνει την ομάδα των ανθρώπων προς τη σωτηρία.
Η φιγούρα αυτή δεν έχει χαρακτηριστικά" βλέπουμε μόνο την πλάτη, αλλά είναι απόλυτα χαρακτηρισμένη. Η δυναμική της κίνησης, οι αντιθετικοί άξονες του σώματος, η σίγουρη δύναμη χεριών και ποδιών χαρακτηρίζουν την ιδιαιτερότητα αυτής της μορφής. Είναι ο μόνος από την ανθρώπινη ομάδα που ξεπερνά την ατομικότητα του, ο μόνος εκφραστής μιας συλλογικής ευθύνης.
Σε μια δραματική αποκορύφωση το αριστερό του χέρι σαν να συγκρατεί, αλλά και να απελευθερώνει, τη φορά της βάρκας — μια επιπλέον έμφαση στην αφηρημένη χορογραφία των αξόνων του έργου. Άλλωστε ο τιμονιέρης είναι ο μόνος που βλέπει. Έχοντας τη στάση του θεατή απέναντι στο έργο και ενώ συμμετέχει στο ιστορικό συμβάν, είναι ο μόνος που βλέπει πέρα από τα γεγονότα, ο μόνος που μπορεί να διακρίνει αυτό το εκθαμβωτικό λευκό φως στον ορίζοντα και ό,τι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει — ίσως την ελπίδα, τη λύτρωση, την υπέρβαση.
Ο πλούτος αυτού του ζωγραφικού έργου βρίσκεται στη λιτότητα των μέσων του και στον αυστηρό περιορισμό κάθε χρωματικής ευδαιμονίας. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Ο Γύζης συμπυκνώνει τα βασικά ερωτήματα για τον άνθρωπο της εποχής του αφαιρώντας καθετί επουσιώδες και περιττό. Πολυπλοκότητα και σαφήνεια χαρακτηρίζουν την ελλειπτική ζωγραφική του γλώσσα. Κάποιες αδρές σκούρες πινελιές, κάποιες μουντές χρωματικές κηλίδες αφαιρούν την τυχόν χρωματική φλυαρία· το φως και η σκιά κυριαρχούν. Ο Γύζης δημιουργεί ένα πλαστικό δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη Ιστορία. Και όσο πατάει γερά πάνω στις εικόνες που συγκλόνισαν τον ίδιο και την εποχή του, τόσο περισσότερο συνθέτει μια ευρύτερη αλληγορία πάνω στη σχέση της προσωπικότητας του ατόμου μέσα στη Ιστορία.
Στο έργο του Γύζη — όπως σε κάθε μεγάλο έργο με ιστορικό -θέμα — η Ιστορία είναι ένας αυτοσκοπός και μαζί ένα πρόσχημα · Γίνεται αναφορά στο χτες για να μιλήσει κανείς καλύτερα για το σήμερα. Η αγωνία για τη μοίρα της γλυκιάς πατρίδας γίνεται · για τον ξενιτεμένο Γύζη ένας χώρος μαχόμενης έκφρασης της · ιστορικής μνήμης. Η ζωγραφική του εδώ είναι ταυτόχρονα μια ιστορική αναπαράσταση, μια φιλοσοφημένη θεώρηση του σύγχρονου κόσμου του, αλλά και ένα ζωντανό, αισθαντικό βίωμα. Μιλάει με πάθος για την Ιστορία, αλλά απευθυνόμενος κυρίως στον ακαδημαϊκό ιστορικισμό του Μονάχου, προβάλλει αυτό που απελπισμένα ζητά να διασώσει: τη βαθύτερη σχέση με τη δικιά , του Ιστορία και τη δικιά του πατρίδα. Μια πατρίδα που γι' αυτόν είναι η βιωμένη Ιστορία και τα διδάγματα της, ο τόπος που γέννησε τις ιδέες οι οποίες του χάρισαν την πραγματική ζωή.
Ο Γύζης υπήρξε ένας Έλληνας της Γερμανίας που η επαγγελματική του καταξίωση εκεί και η κοινωνική του ενσωμάτωση δε στάθηκε ικανή να του ξεθωριάσει τις αρχέτυπες αισθήσεις των πρώτων βιωματικών του χρόνων στην πατρίδα.
Αυτός, ένας φτωχός νησιώτης από το Σκλαβοχώρι της Τήνου, μπόρεσε με το έργο του να τιμήσει στην κυριολεξία το όνομα του χωριού του, εκφράζοντας ζωντανά την τραγικότητα της σκλαβιάς και το μεγαλείο της ελευθερίας, που δεν προσφέρεται αλλά κερδίζεται. Μόνο ένα χωριατόπαιδο από την Τήνο θα μπορούσε να μεταφέρει με τόση αισθαντικότητα και πλαστική ενάργεια την απειλητική δύναμη της θάλασσας, τις απόκρημνες παραλίες, το βαρύ ουρανό, την κίνηση της βάρκας, το φως που κάνει τα πράγματα Μα χάνονται και να ξαναβρίσκονται καινούργια.
Ο Γύζης με το έργο αυτό ξεπερνά τον εαυτό του. Ξεπερνά, δηλαδή, τα όρια της συμβολικής παράστασης και διαποτίζει την εικόνα του με την αύρα ενός μεσογειακού ρεαλισμού. Ενός ρεαλισμού που άθελα του προσδίδει στο έργο του όλα τα κρυμμένα, δραματικά χαρακτηριστικά μιας πραγματικής αυτοβιογραφίας. Η συνείδηση της Ιστορίας και το άμεσο βίωμα γίνονται μια αδιάσπαστη ενότητα. Το ένα υπάρχει μόνο μέσα από το άλλο.
Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για έναν καλλιτέχνη σαν τον Γύζη, που από νωρίς είχε κατανοήσει και αφομοιώσει τους συμβατικούς κανόνες του γερμανικού ακαδημαϊσμού. Καλλιτέχνης με μεγάλες ζωγραφικές ικανότητες, είχε αναπτύξει από την αρχή της ευρωπαϊκής του θητείας στο έργο του τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα ενός εξιδανικευμένου κόσμου.
Παρ' όλα τα χρόνια που έζησε στο Μόναχο, το γεωγραφικό το ομφαλό της Ευρώπης, και παρ' όλο που ο ακαδημαϊσμός γύρω του είχε αρχίσει να υποσκάπτεται τόσο από την ιμπρεσιονιστική απελευθέρωση όσο και από την αρ-νουβώ, ο Γύζης, μια φύση κλειστή, οδήγησε το έργο του περισσότερο σε μια ευαίσθητη εσωστρέφεια παρά σε ριζοσπαστικές τομές.
Η τέχνη του, σχεδόν στο σύνολο της, είχε την υψηλή συνέπεια της φιλοσοφίας του «συνολικού έργου τέχνης», όπου η ζωγραφική, η μουσική, ο θεατρικός χώρος, οι πνευματικές ιδέες αποτελούσαν πυρήνα ενός ενιαίου συνόλου. Ο συμβολικός κόσμος των ιδεών και του πνεύματος κυριαρχούσε στο έργο του σαν έκφραση μιας πολύτιμης ψυχικής ανάτασης. Στα μεγάλα του έργα υπήρξε πάντα ο συνθέτης ενός εξευγενισμένου λυρικού σύμπαντος,
Μ' έναν παράδοξο αλλά εξηγήσιμο τρόπο στην «Καταστροφή των Ψαρών» το σύμπαν αυτό δε χάνεται στον αφηρημένο κόσμο των ιδεών και των νοητικών προσλήψεων, αλλά διαφυλά κάτι από τη στυφή γεύση της ανθρώπινης απορίας απέναντι στη μοίρα.
Και ίσως για πρώτη φορά ο Γύζης στέκεται τόσο απροκάλυπτα απέναντι στη δική του μοίρα. Χωρίς καμιά αισθητική κοκεταρία, πέρα από κάθε γραφική ηθογραφία, στο έργο αυτό μοιάζει σαν να ξεχνάει τις ίδιες του τις ζωγραφικές αρετές, την ίδια του τη δεξιοτεχνία. Και εκεί βρίσκεται και η πραγματική του δύναμη. Ο χώρος του — κι αυτός ίσως για πρώτη φορά — δεν έχει ανάγκη τη σκηνογραφική του αρτιότητα και γεμίζει από τον άγριο, θαλασσινό αέρα του ταραγμένου Αιγαίου.
Στα τελευταία της ζωής του, αγνοώντας ακόμα την αρρώστια του, ο Γύζης ζητάει σ' ένα γράμμα να γυρίσει στην πατρίδα του, «στα γλυκά αυτά μέρη, όπου ο θαλασσινός άνεμος, το βάλσαμον αυτό, υπάρχει», για να ξαναβρεί πάλι τη χαμένη του υγεία.
Ο «θαλασσινός άνεμος, το βάλσαμον αυτό» έχει χαϊδέψει με την αλμύρα της ζωής το έργο του κι έχει προσδώσει στην «Καταστροφή των Ψαρών» το μεγαλείο της ψυχικής υγείας ενός μαχόμενου ανθρωποκεντρισμού. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα που φέρνει ο Γύζης στο δυτικό κόσμο. Η συμβολική της ματαιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή μεταφυσική σκέψη μετατρέπεται στο Γύζη στην ηθική της πάλης για τη ματαίωση του θανάτου.
1997 |