Μεταφυσική διαδρόμου
και ατμόσφαιρα εργαστηρίου. Μοναδικότητα και παραλλαγή. Ένωση παρελθόντος
και παρόντος. Αυτές είναι μερικές από τις εμμονές του Μανώλη Ζαχαριουδάκη
στη νέα ενότητα της δουλειάς του.
Ξεκινώντας τον καινούριο αυτό κύκλο έργων ο Ζαχαριουδάκης ομολογεί πως
ήθελε αρχικά να απομακρυνθεί από την αφετηρία των βιβλίων, να ξεφύγει
από την αναφορά σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά και συχνά επικά έργα που τόσο
συχνά έχει γεννήσει μεγάλες σειρές έργων του. Από τη μια το κατάφερε και
από την άλλη αφέθηκε στη γοητεία που του άσκησαν τα μυθιστορήματα του
Thomas Pynchon και του William Gibson. Δείγματα μιας σύγχρονης επιστημονικής
φαντασίας, του έδειξαν την εμμονή με τις διαδικασίες, το ψάξιμο, ακόμα
και την ίδια τη φράση που τιτλοφορεί την έκθεση αυτή («Corridor Metaphysics»)
−την έννοια του διαδρόμου και της εν δυνάμει μεταφυσικής του, που διατρέχει
και ενώνει χωριστά δωμάτια και χωριστά κομμάτια του μυαλού. Μόνο που εδώ
οι επιρροές είναι πλέον απόηχοι και οι αναφορές αισθήσεις και ατμόσφαιρες.
Εδώ ζωγραφικά έργα σε χαρτί και σε χαρτοπολτό, κουτιά-κατασκευές, σχέδια
από μελάνι, αερογράφο και τέμπερα και κυρίως επιζωγραφισμένες ψηφιακές
εκτυπώσεις, συνυπάρχουν μαζί με πληθώρα άλλων «ανεπίσημων» έργων του καλλιτέχνη
από τα τελευταία τρία χρόνια, στημένα πληθωρικά μέσα στον χώρο, με σκοπό
να δοθεί η αίσθηση στον επισκέπτη ότι μπαίνει στο εργαστήριο του Ζαχαριουδάκη
και βλέπει τα έργα του εν τη γενέσει τους.
Κούκλες και Ωριγένης, Κική και Beowulf, Πάπισσα Ιωάννα και doodling, δωμάτια-μικροί
ναοί, χαρτί και χειροτεχνία: παλαιότερα θέματα και τεχνοτροπίες του είναι
εδώ δουλεμένα με διαδικασία και αίσθηση όμως πολύ διαφορετικές. Η έμφαση
έχει δοθεί στις διαδικασίες που προηγούνται της κατασκευής του έργου.
Τα τωρινά ζωγραφικά έργα είναι τις περισσότερες φορές βασισμένα σε σχέδια
της περιόδου 1980-1985. Το αρχικό σχέδιο που είχε δημιουργήσει ο Ζαχαριουδάκης
στο χαρτί, τώρα το φιξάρισε σκανάροντάς το και στη συνέχεια το επεξεργάστηκε
στον υπολογιστή με συνέπεια αυτό να «σκληρύνει», να χάσει κάτι από τη
χειροποίητη ζωγραφικότητά του. Στη συνέχεια, το ψηφιακό πλέον σχέδιο μεγεθύνθηκε
είτε μέσω του εκτυπωτή, είτε με την προβολή του σε κάποια επιφάνεια μέσα
από τις τρύπες ενός ανθίβολου (που ο Ζαχαριουδάκης αγαπάει να ονομάζει
«αντίβολο»), το οποίο συχνά γίνεται το ίδιο ένα αυτόνομο έργο. Το τελικό
αποτέλεσμα μπορεί είτε να παραμείνει ασπρόμαυρο, είτε να επιζωγραφιστεί
με βάση ή και όχι τις χρωματικές προτάσεις που είχαν γίνει στο στάδιο
του κομπιούτερ, είτε όμως και να τυπωθεί απλώς ψηφιακά χρωματισμένο. Στην
αποθέωση της ιδέας αυτής το σχέδιο έχει σχηματιστεί ψηφιακά με μικροσκοπικούς
αριθμούς. Ανοίγει πάντως έτσι ένας δρόμος ατέρμονων παραλλαγών του ίδιου
έργου με κάθε διαφοροποίησή του να καθίσταται μοναδική.
Στη διαδικασία αυτή το ζωγραφικό έργο έχει τελειώσει ήδη στο στάδιο του
υπολογιστή και έχει περάσει ήδη από δύο φίλτρα αποστασιοποίησης από το
αρχικό πρωτότυπο-μήτρα. Η συνέχεια αποτελεί συνειδητά για τον Ζαχαριουδάκη
χειροτεχνία, απλή εφαρμογή, όπως ένας σκηνοθέτης για τον οποίο η ταινία
του έχει τελειώσει τη στιγμή που εκείνος ολοκληρώνει το απόλυτα λεπτομερές
σενάριό της. Ο Ζαχαριουδάκης θεωρεί τον εαυτό του από ένα σημείο και πέρα
απλό κατασκευαστή της ιδέας του και αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η τελειοποίηση
τού ίδιου ως μέσου παραγωγής του έργου του. Σαν τους ηθοποιούς του μεγάλου
Ιάπωνα Ozu, που υποβάλλονταν από τον σκηνοθέτη σε μια συνεχή επανάληψη
των λόγων τους μέχρι αυτά να χάσουν το νόημα και να κρατήσουν μόνο τη
φόρμα, επιθυμεί και αυτός την όσο μεγαλύτερη δυνατή επανάληψη προκειμένου
να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή αποστασιοποίηση από την προσωπική εμπλοκή
του με τη συγκεκριμένη δουλειά του. Όσο λιγότερο φαίνονται στο τελικό
έργο τα «πάθη», η «κούραση» του έργου, τα σημάδια της σκέψης του για το
έργο, τόσο πιο έντονα θεωρεί ο Ζαχαριουδάκης πως αναδύεται η ουσία του.
Τα τελικά έργα γίνονται έτσι προϊόντα μιας διαδικασίας που δεν φαίνεται,
όμως υπάρχει, και ίσως αυτή η αίσθηση είναι που δεσπόζει τελικά −(εν)υπάρχει
αυτό που δεν φαίνεται.
Αντίθετα, στα κουτιά-συναρμογές που παρουσιάζονται επίσης εδώ, με φανερές
συνάφειες με τα κουτιά του Joseph Cornell, η χειροτεχνία, το κολλάζ, το
σκάρφισμα, η χαρά και το κέφι της κατασκευής και η ίδια η διαδικασία αποτελούν
μέρος του έργου και ενσωματώνονται απτά στο τελικό τρισδιάστατο αποτέλεσμα.
Παρ’ όλη όμως τη φαινομενική διαφορά ζωγραφικών έργων και κατασκευών,
υπάρχει εδώ μια βαθιά σχέση και συγγένεια μεταξύ τους: το παιχνίδι με
το μέσα και το έξω, το τοπίο-φόντο που ενώ μοιάζει να μπαίνει μέσα στα
δωμάτια ή στα κουτιά παραμένει μακρινό, οι διασυνδεόμενοι χώροι. Συγχρόνως,
καθένα από αυτά τα δωμάτια και τα κουτιά είναι ένας συμπαγής, αυτάρκης
και εσωστρεφής μικρόκοσμος στον οποίο ο θεατής πρέπει με προσοχή να καταδυθεί
αν θέλει να μάθει τα μυστικά του. Σε όλα δεσπόζει η γυναικεία μορφή που
ζει την ύπαρξή της σιωπηλά και μοναχικά, είτε βρίσκεται μπροστά σε ένα
σχηματοποιημένο τοπίο, είτε μέσα σε χώρους-δωμάτια-μακέτες που είναι ταυτόχρονα
κλειστά και ανοιχτά.
Ειδικότερα στα ζωγραφικά έργα, που πλειοψηφούν εδώ, κυριαρχεί η αίσθηση
μιας αρχιτεκτονικότητας που αναφύεται όμως από μια απόλυτα προσωπική αρχιτεκτονική.
Τα δωμάτια του Ζαχαριουδάκη που εικονίζονται εδώ θα μπορούσαν να υπάρχουν
μόνο μέσα στον κόσμο του, δισδιάστατα, πλακάτα και ταυτόχρονα να διέπονται
από τους νόμους μιας ιδιότυπης προοπτικής. Στους τοίχους τους κρέμονται
έργα με μορφές τόσο από το ζωγραφικό παρελθόν του όσο και από το παρόν
του −ζωγραφιές μέσα σε ζωγραφιές. Αυτοαναφορές που κλείνουν το μάτι σε
αυτούς που ξέρουν την ιστορία, και κεντρίζουν τους αμύητους, καθιστώντας
την ενότητα αυτή μια μικρή αναδρομική παρουσίαση της καλλιτεχνικής πορείας
του Ζαχαριουδάκη, που εκτυλίσσεται όμως μέσα σε κάθε έργο χωριστά.
Το κορίτσι δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο με την κουρτίνα αλλά και το κορίτσι
στο λουλακί-ροζ δωμάτιο περιμένουν και αφουγκράζονται υπομονετικά τη μοναξιά
τους μέσα σε έναν χρόνο που μοιάζει να μην κυλά. Στα έργα των τοίχων δίπλα
τους μια άλλη ζωή διαδραματίζεται έντονη ερήμην τους.
Δύο σταυρωμένα χέρια, ένα βλέμμα καρφωμένο στο κενό, μια ανησυχητική αρμονία,
το μαύρο κενό-κολώνα μιας πόρτας σε έναν διάδρομο που η γωνία του χάνεται
απότομα, εκεί που εμείς δεν μπορούμε να πάμε, είναι αρκετά για να δημιουργήσουν
μια εξαίσια αίσθηση μεταφυσικού μυστηρίου.
Περνώντας μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδρόμους του μυαλού του,
τα έργα του Ζαχαριουδάκη αναδύονται λαμπερά και ολόφρεσκα και τελικά τον
ξεπερνούν μαγεύοντας με τη δική τους εσωτερική ζωή, με τη δική τους σιωπή
πέρα από ερμηνείες και διαδικασίες. Νομίζω και ο ίδιος αυτό ήθελε.
Ελισάβετ Πλέσσα
|
|